Meaning of πουκάμισο | Babel Free
/puˈka.mi.so/Ορισμοί
- ρούχο που φοριέται στο πάνω μέρος του σώματος και κουμπώνει από πάνω ως κάτω στο μπροστινό μέρος
-
το στεγνό δέρμα του φιδιού figuratively
Ισοδύναμα
English
shirt
Παραδείγματα
“λινό / μάλλινο / μαύρο / ριγέ / κοντομάνικο πουκάμισο”
“για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη (Σεφέρης, Ελένη)”
“το καλοκαίρι στο αμπέλι βρίσκαμε φιδίσια πουκάμισα, ξεραμένα πια από τον ήλιο”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.