HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πουκάμισο | Babel Free

Noun CEFR B2 Frequent
/puˈka.mi.so/

Ορισμοί

  1. ρούχο που φοριέται στο πάνω μέρος του σώματος και κουμπώνει από πάνω ως κάτω στο μπροστινό μέρος
  2. το στεγνό δέρμα του φιδιού
    figuratively

Ισοδύναμα

English shirt

Παραδείγματα

“λινό / μάλλινο / μαύρο / ριγέ / κοντομάνικο πουκάμισο”
“για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη (Σεφέρης, Ελένη)”
“το καλοκαίρι στο αμπέλι βρίσκαμε φιδίσια πουκάμισα, ξεραμένα πια από τον ήλιο”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πουκάμισο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course