Meaning of στοπ | Babel Free
Ορισμοί
- σήμα του κώδικα οδικής κυκλοφορίας (ΚΟΚ), που σημαίνει πως ο οδηγός πρέπει να σταματήσει και να ελέγξει τη διάβαση πριν περάσει
- αντικείμενο ή μηχανισμός που χρησιμοποιείται ως αναστολέας διαδρομής, για να ακινητοποιεί κάτι σε μια συγκεκριμένη θέση
-
τα πίσω φώτα ενός οχήματος που ανάβουν όταν αυτό φρενάρει plural
- στα σήματα μορς και στα τηλεγραφήματα, δηλώνει το τέλος πρότασης
Ισοδύναμα
English
stop sign
Παραδείγματα
“τα στοπ”
“παραβίασα το στοπ”
“το στοπ της πόρτας”
“δεν ανάβουνε τα στοπ”
“"Χάσαμε τη θεία, στοπ" (τίτλος θεατρικού έργου του Γ. Διαλεγμένου)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.