Meaning of λάμψη | Babel Free
/ˈlam.psi/Ορισμοί
- το έντονο φως από φωτεινή πηγή ή από αντανάκλαση
-
η εντύπωση που προκαλεί κάποιος που είναι υγιής και ευτυχισμένος figuratively
-
η ακτινοβολία, το να μεταδίδει κάποιος το φως του πολιτισμού και της γνώσης figuratively
-
η λαμπρότητα figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“η λάμψη του ήλιου”
“η λάμψη στο πρόσωπό της”
“η λάμψη του αρχαίου ελληνικού πνεύματος”
“η λάμψη του εορτασμού”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.