HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λάμψη | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Standard
/ˈlam.psi/

Ορισμοί

  1. το έντονο φως από φωτεινή πηγή ή από αντανάκλαση
  2. η εντύπωση που προκαλεί κάποιος που είναι υγιής και ευτυχισμένος
    figuratively
  3. η ακτινοβολία, το να μεταδίδει κάποιος το φως του πολιτισμού και της γνώσης
    figuratively
  4. η λαμπρότητα
    figuratively

Ισοδύναμα

English Brightness Luster

Παραδείγματα

“η λάμψη του ήλιου”
“η λάμψη στο πρόσωπό της”
“η λάμψη του αρχαίου ελληνικού πνεύματος”
“η λάμψη του εορτασμού”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λάμψη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course