Meaning of κατάστρωμα | Babel Free
/kaˈta.stro.ma/Ορισμοί
- το δάπεδο σε πλοίο που το διαχωρίζει οριζόντια σε επίπεδα
- η ταξιδιωτική θέση σε πλοίο (συνήθως η τρίτη ή η τουριστική χωρίς κρεββάτι)
-
η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταστρώνω rare
Ισοδύναμα
English
deck
Παραδείγματα
“※ Απάνω στο κατάστρωμα του βαποριού, ακουμπισμένοι στο πρυμιό παραπέτο, ο Αντώνης με τον Κωνσταντή αγναντεύουν τη γαλάζια απεραντοσύνη, που ξανοίγεται μπροστά στα μάτια τους. (Τάκης Αδάμος Καφεζυθεστιατόριον «Η Μεγάλη Ελλάς» [διήγημα] στο βιβλίο Για μια άσπρη μέρα: διηγήματα, 1981)”
“η συγκέντρωση των επιβατών έγινε τελικά στο τρίτο κατάστρωμα”
“θέλετε να σας κόψω κατάστρωμα που είναι και πιο φτηνό;”
“άλλες μορφές: κατάστρωση”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.