Meaning of κλαίω | Babel Free
/ˈkleo/Ορισμοί
- τρέχουν δάκρυα από τα μάτια μου (και κάποτε φωνάζω), εξαιτίας κάποιας (ευχάριστης ή -συνήθως- δυσάρεστης) ψυχικής αναταραχής ή πόνου (ή για άλλους λόγους, π.χ. καθάρισμα κρεμμυδιών)
- στενοχωριέμαι
-
κλαίγομαι: παραπονιέμαι συνεχώς, ενίοτε χωρίς σοβαρό λόγο passive
Παραδείγματα
“Το παιδί έκλαιγε γιατί έπεσε κάτω.”
The child was crying because he fell down.
“Οι γονείς μου κλάψανε από χαρά όταν άκουσαν τα καλά νέα.”
My parents wept for joy when they heard the good news.
“Τα μάτια κλαίνε όταν καθαρίζει κανείς κρεμμύδια.”
The eyes water when one is peeling onions.
“Ολόκληρο το χωριό τον έκλαψε όταν πέθανε.”
The entire village mourned him when he died.
“Έκλαψε την χαμένη της νιότη.”
She grieved for her lost youth.
“Τον κλαίω με όλα αυτά που του έγιναν.”
I feel sorry for him for all that happened to him.
“※ Μου ερχόταν να κλάψω από απελπισία. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.