HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του κλαίω | Babel Free

Ρήμα CEFR B2 Standard
ˈkleo

Ορισμοί

  1. τρέχουν δάκρυα από τα μάτια μου (και κάποτε φωνάζω), εξαιτίας κάποιας (ευχάριστης ή -συνήθως- δυσάρεστης) ψυχικής αναταραχής ή πόνου (ή για άλλους λόγους, π.χ. καθάρισμα κρεμμυδιών)
  2. στενοχωριέμαι
  3. κλαίγομαι: παραπονιέμαι συνεχώς, ενίοτε χωρίς σοβαρό λόγο
    passive

Conjugation

Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of κλαίω.

Full conjugation → Practice this verb →

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Το παιδί έκλαιγε γιατί έπεσε κάτω.”

The child was crying because he fell down.

“Οι γονείς μου κλάψανε από χαρά όταν άκουσαν τα καλά νέα.”

My parents wept for joy when they heard the good news.

“Τα μάτια κλαίνε όταν καθαρίζει κανείς κρεμμύδια.”

The eyes water when one is peeling onions.

“Ολόκληρο το χωριό τον έκλαψε όταν πέθανε.”

The entire village mourned him when he died.

“Έκλαψε την χαμένη της νιότη.”

She grieved for her lost youth.

“Τον κλαίω με όλα αυτά που του έγιναν.”

I feel sorry for him for all that happened to him.

“※ Μου ερχόταν να κλάψω από απελπισία. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κλαίω σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free