Meaning of ποτίζω | Babel Free
/poˈti.zo/Ορισμοί
-
ρίχνω νερό στο χώμα όπου είναι φυτεμένα κάποια φυτά transitive
-
δίνω νερό σε ζώα για να πιούν transitive
-
δίνω νερό ή κρασί σε κάποιον, π.χ. φιλοξενούμενο transitive
-
δίνω σε κάποιον κάτι επιβλαβές transitive
-
εμποτίζω transitive
-
εμποτίζομαι, για υγρό που διεισδύει βαθιά σε ένα υλικό και σχηματίζει ένα ορατό σημάδι intransitive
-
διαποτίζω transitive
Ισοδύναμα
English
water
Παραδείγματα
“Ο ιπποκόμος πότισε τα άλογα”
The groom watered the horses.
“Πότισε ντοματιές του.”
He watered his tomato plants.
“τώρα πού θα λείπω, θα μου ποτίζεις τα λουλούδια μου;”
“ξέχασα να ποτίσω αυτή τη γλάστρα και μαράθηκε το λουλούδι”
“αρδεύω”
“※ Δεν θαρρείς πως όπου να 'ναι θα 'ρθουν οι βοσκοί της Αρκαδίας, να ποτίσουν τα κοπάδια τους; (Μ. Καραγάτσης Με τον Καραβέλη στον Όλυμπο (1935) [διήγημα])”
“τόσο καιρό τους ταΐζαμε και τους ποτίζαμε και ποιο το ευχαριστώ;”
“σε πότισα νερό, με πότισες φαρμάκι”
“※ έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ' η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους (Γιάννης Ρίτσος, ποίημα Ρωμιοσύνη)”
“αν σου πέσει κρασί στο μάρμαρο, υπάρχει κίνδυνος να ποτίσει”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.