Σημασία του ποτίζω | Babel Free
poˈti.zoΟρισμοί
-
ρίχνω νερό στο χώμα όπου είναι φυτεμένα κάποια φυτά transitive
-
δίνω νερό σε ζώα για να πιούν transitive
-
δίνω νερό ή κρασί σε κάποιον, π.χ. φιλοξενούμενο transitive
-
δίνω σε κάποιον κάτι επιβλαβές transitive
-
εμποτίζω transitive
-
εμποτίζομαι, για υγρό που διεισδύει βαθιά σε ένα υλικό και σχηματίζει ένα ορατό σημάδι intransitive
-
διαποτίζω transitive
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of ποτίζω.
Ισοδύναμα
Български
поливам
Dansk
vande
Deutsch
angießen
begießen
beregnen
bewässern
bewässern
eintauchen
irrigieren
tränen
tränken
warm
wässern
Eesti
niisutama
Gaeilge
uiscigh
Galego
irrigar
עברית
השקה
Հայերեն
ոռոգել
Bahasa Indonesia
siram
Kurdî
rêgar
Polski
napoić
nawadniać
nawodnić
nurzać
poić
przemyć
przemywać
schlapać
wodny
zaparzać
zaparzyć
zraszać
zrosić
Português
irrigar
Română
iriga
Русский
ирригировать
ирриги́ровать
обводнить
оросить
орошать
поить
поливать
промыва́ть
промы́ть
спринцева́ть
Shqip
ujit
Kiswahili
mwagilia
中文
灌溉
ZH-TW
灌溉
Παραδείγματα
“Ο ιπποκόμος πότισε τα άλογα”
The groom watered the horses.
“Πότισε ντοματιές του.”
He watered his tomato plants.
“τώρα πού θα λείπω, θα μου ποτίζεις τα λουλούδια μου;”
“ξέχασα να ποτίσω αυτή τη γλάστρα και μαράθηκε το λουλούδι”
“αρδεύω”
“※ Δεν θαρρείς πως όπου να 'ναι θα 'ρθουν οι βοσκοί της Αρκαδίας, να ποτίσουν τα κοπάδια τους; (Μ. Καραγάτσης Με τον Καραβέλη στον Όλυμπο (1935) [διήγημα])”
“τόσο καιρό τους ταΐζαμε και τους ποτίζαμε και ποιο το ευχαριστώ;”
“σε πότισα νερό, με πότισες φαρμάκι”
“※ έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ' η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους (Γιάννης Ρίτσος, ποίημα Ρωμιοσύνη)”
“αν σου πέσει κρασί στο μάρμαρο, υπάρχει κίνδυνος να ποτίσει”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free