Conjugation of ποτίζω
poˈti.zoεμποτίζομαι, για υγρό που διεισδύει βαθιά σε ένα υλικό και σχηματίζει ένα ορατό σημάδι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ποτίζω |
| εσύ | ποτίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ποτίζει |
| εμείς | ποτίζουμε |
| εσείς | ποτίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ποτίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | πότιζα |
| εσύ | πότιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πότιζε |
| εμείς | ποτίζαμε |
| εσείς | ποτίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πότιζαν |
Αόριστος
| εγώ | πότισα |
| εσύ | πότισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πότισε |
| εμείς | ποτίσαμε |
| εσείς | ποτίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πότισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ποτίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ποτίσω |
| εσύ | ποτίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ποτίσει |
| εμείς | ποτίσουμε |
| εσείς | ποτίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ποτίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πότιζε |
| εσείς | ποτίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πότισε |
| εσείς | ποτίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ποτίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ποτίζομαι |
| εσύ | ποτίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ποτίζεται |
| εμείς | ποτιζόμαστε |
| εσείς | ποτίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ποτίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ποτιζόμουν |
| εσύ | ποτιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ποτιζόταν |
| εμείς | ποτιζόμασταν |
| εσείς | ποτιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ποτίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ποτίστηκα |
| εσύ | ποτίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ποτίστηκε |
| εμείς | ποτιστήκαμε |
| εσείς | ποτιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ποτίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ποτιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ποτιστώ |
| εσύ | ποτιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ποτιστεί |
| εμείς | ποτιστούμε |
| εσείς | ποτιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ποτιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ποτίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ποτίσου |
| εσείς | ποτιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ποτιστεί |