HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ποτίζω — definition

Conjugation of ποτίζω

Regular CEFR B1
poˈti.zo

εμποτίζομαι, για υγρό που διεισδύει βαθιά σε ένα υλικό και σχηματίζει ένα ορατό σημάδι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ποτίζω
εσύ ποτίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ποτίζει
εμείς ποτίζουμε
εσείς ποτίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ποτίζουν
Παρατατικός
εγώ πότιζα
εσύ πότιζες
αυτός / αυτή / αυτό πότιζε
εμείς ποτίζαμε
εσείς ποτίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά πότιζαν
Αόριστος
εγώ πότισα
εσύ πότισες
αυτός / αυτή / αυτό πότισε
εμείς ποτίσαμε
εσείς ποτίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πότισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ποτίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ποτίσω
εσύ ποτίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ποτίσει
εμείς ποτίσουμε
εσείς ποτίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ποτίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πότιζε
εσείς ποτίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πότισε
εσείς ποτίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ποτίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ποτίζομαι
εσύ ποτίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ποτίζεται
εμείς ποτιζόμαστε
εσείς ποτίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ποτίζονται
Παρατατικός
εγώ ποτιζόμουν
εσύ ποτιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ποτιζόταν
εμείς ποτιζόμασταν
εσείς ποτιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ποτίζονταν
Αόριστος
εγώ ποτίστηκα
εσύ ποτίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ποτίστηκε
εμείς ποτιστήκαμε
εσείς ποτιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ποτίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ποτιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ποτιστώ
εσύ ποτιστείς
αυτός / αυτή / αυτό ποτιστεί
εμείς ποτιστούμε
εσείς ποτιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ποτιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ποτίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ποτίσου
εσείς ποτιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ποτιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary