Meaning of λυπάμαι | Babel Free
/liˈpa.me/Ορισμοί
- αισθάνομαι λύπη
- αισθάνομαι λύπη, συμπόνια και οίκτο για κάποιον
- υπολογίζω κάτι, με νοιάζει
- δεν ξοδεύω
Ισοδύναμα
English
pity
Παραδείγματα
“Λυπάμαι που δεν μπορούσα να έρθω.”
I'm sorry that I couldn't come.
“Η γυναίκα λυπήθηκε τον ζητιάνο.”
The woman felt sorry for the beggar.
“δε λυπάσαι το νερό κι αφήνεις τη βρύση να τρέχει;”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.