HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κλαίω — definition

Conjugation of κλαίω

Regular CEFR B2
ˈkleo

τρέχουν δάκρυα από τα μάτια μου (και κάποτε φωνάζω), εξαιτίας κάποιας (ευχάριστης ή -συνήθως- δυσάρεστης) ψυχικής αναταραχής ή πόνου (ή για άλλους λόγους, π.χ. καθάρισμα κρεμμυδιών) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κλαίω
εσύ κλαις
αυτός / αυτή / αυτό κλαίει
εμείς κλαίμε
εσείς κλαίτε
αυτοί / αυτές / αυτά κλαίνε
Παρατατικός
εγώ έκλαιγα
εσύ έκλαιγες
αυτός / αυτή / αυτό έκλαιγε
εμείς κλαίγαμε
εσείς κλαίγατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκλαιγαν
Αόριστος
εγώ έκλαψα
εσύ έκλαψες
αυτός / αυτή / αυτό έκλαψε
εμείς κλάψαμε
εσείς κλάψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκλαψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κλάψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κλάψω
εσύ κλάψεις
αυτός / αυτή / αυτό κλάψει
εμείς κλάψουμε
εσείς κλάψετε
αυτοί / αυτές / αυτά κλάψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κλαίγε
εσείς κλαίτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κλάψε
εσείς κλάψτε
Απαρέμφατο αορίστου
κλάψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κλαίγομαι
εσύ κλαίγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κλαίγεται
εμείς κλαιγόμαστε
εσείς κλαίγεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κλαίγονται
Παρατατικός
εγώ κλαιγόμουν
εσύ κλαιγόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κλαιγόταν
εμείς κλαιγόμασταν
εσείς κλαιγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κλαίγονταν
Αόριστος
εγώ κλαύτηκα
εσύ κλαύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό κλαύτηκε
εμείς κλαυτήκαμε
εσείς κλαυτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κλαύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κλαυτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κλαυτώ
εσύ κλαυτείς
αυτός / αυτή / αυτό κλαυτεί
εμείς κλαυτούμε
εσείς κλαυτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κλαυτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κλαίγεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κλάψου
εσείς κλαυτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κλαυτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary