Meaning of σκανδάλη | Babel Free
/skanˈðali/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- μικρός μοχλός σε ένα πυροβόλο ή άλλου είδους όπλο, ο οποίος, πιέζεται από τον δείκτη του χεριού για να προωθήσει τον επικρουστήρα που στη συνέχεια προκαλεί την εκπυρσοκρότηση ή απελευθερώνει το μηχανισμό που θέτει σε κίνηση το βλήμα (στην περίπτωση μη πυροβόλου όπλου)
- κάθε μικρός μοχλός τέτοιου είδους που πιέζεται από τον δείκτη του χεριού για να απασφαλιστεί ή προωθηθεί τμήμα μηχανισμού
Ισοδύναμα
English
Trigger
Παραδείγματα
“με το δάχτυλο στη σκανδάλη”
with one's finger on the trigger
“τραβώ την σκανδάλη”
pull the trigger
“※ Mία ή δύο σκανδάλες στα δίκαννα όπλα; Πρόκειται για ένα συχνό δίλημμα όταν πρόκειται κανείς να διαλέξει πλαγιόκαννο ή σουπερποζέ, καθώς η κάθε επιλογή έχει και τους υποστηριχτές της στις τάξεις των κυνηγών. Είναι γεγονός ότι ο δισκάνδαλος μηχανισμός έχει συνυφανθεί με το πλαγιόκαννο, ενώ ο μονοσκάνδαλος με το σουπερποζέ (Πόσες σκανδάλες σε ένα δίκαννο…, Κυνηγεσία, 20/01/2021 https://www.kynigesia.gr/opla-vlitiki/poses-skandales-se-ena-dikanno/)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.