HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μαύρος | Babel Free

Noun CEFR B2 Frequent
/ˈma.vɾos/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Μαύρου)
  2. παλιότερη γραφή του ελληνικού επωνύμου Μαύρος
  3. αυτός που ανήκει στη μαύρη φυλή
  4. ο άνθρωπος με πολύ σκούρο δέρμα ή που ανήκει στη λεγόμενη (σύμφωνα με όσους ακολουθούν τη φυλετική διάκριση των ανθρώπων) «μαύρη φυλή» (θηλυκό Μαύρη)
  5. το μαύρο άλογο
  6. για το κύριο όνομα

Ισοδύναμα

English black

Παραδείγματα

“※ Δίνει βιτσιά του μαύρου της κ' εκείνος χλιμιντρίζει, | Του ξαναδίνει κι' άλλη μια που τον αέρα σχίζει, | Μαύρος μπουχός ̓σηκώθηκε, σὰν σίγνεφο διαβαίνει, | Καὶ μίλια σαν τον ̓πέρασε, στέκει καὶ τὸν προσμένει (Μαριέττα Μπέτσου, Η Μάγισσα, στο Αττικόν Ημερολόγιον του έτους 1881, Ἀθήνησιν, εκ του τυπογραφείου της Κορίννης, 1880, σελ. 445)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μαύρος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course