HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μαύρος

Ουσιαστικό CEFR B2 Frequent
ˈma.vɾos

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Μαύρου)
  2. παλιότερη γραφή του ελληνικού επωνύμου Μαύρος
  3. αυτός που ανήκει στη μαύρη φυλή
  4. ο άνθρωπος με πολύ σκούρο δέρμα ή που ανήκει στη λεγόμενη (σύμφωνα με όσους ακολουθούν τη φυλετική διάκριση των ανθρώπων) «μαύρη φυλή» (θηλυκό Μαύρη)
  5. το μαύρο άλογο
  6. για το κύριο όνομα

Ισοδύναμα

Englishblack
Españolnegro
Françaisblacknoir
18 more languages
ČeštinaČerný
CymraegDU
Dansksort
Suomimusta
Gaeilgedubh
Hrvatskicrn
Magyarfekete
Italianonero
LatinaNiger
Nederlandszwart
Polskiczarny
Portuguêsnegropreto
Românănegru
Slovenčinačierny
Српскицрн
Türkçekarasiyah

Παραδείγματα

“※ Δίνει βιτσιά του μαύρου της κ' εκείνος χλιμιντρίζει, | Του ξαναδίνει κι' άλλη μια που τον αέρα σχίζει, | Μαύρος μπουχός ̓σηκώθηκε, σὰν σίγνεφο διαβαίνει, | Καὶ μίλια σαν τον ̓πέρασε, στέκει καὶ τὸν προσμένει (Μαριέττα Μπέτσου, Η Μάγισσα, στο Αττικόν Ημερολόγιον του έτους 1881, Ἀθήνησιν, εκ του τυπογραφείου της Κορίννης, 1880, σελ. 445)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μαύρος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free