HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

τιμόνι

Ουσιαστικό CEFR B2 Standard
tiˈmoni

Ορισμοί

  1. όργανο του συστήματος διεύθυνσης των μεταφορικών μέσων, (εκτός ειδικών οχημάτων σκαπτικών, ερπυστριοφόρων, τρένων, τραμ και τελεφερίκ) το οποίο χειρίζεται ο οδηγός σε κάθε αλλαγή κατεύθυνσης ή διατήρησή της
  2. η εξουσία, η διοίκηση
    figuratively
  3. ο ρυμός άμαξας
    rare

Ισοδύναμα

31 more languages
العربيةمقود
Беларускаястырно
བོད་སྐད།ལག་འཇུ
Catalàmanillar
Češtinařidítka
Gaeilgelámha
Galegomanubrio
Magyarkormány
Հայերենղեկ
Bahasa Indonesiasetang
ქართულისაჭე
한국어손잡이
Te Reo Māorihānararinga
Монголжолоо
Portuguêsguiadorguidãoguidomvolante
Русскийруль
Svenskastyre
Українськакерморуль
Tiếng Việtghi-đôngtay lái
中文車把
繁體中文車把

Παραδείγματα

“Να κρατάς γερά το τιμόνι όταν οδηγάς.”

Hold the wheel tight when you're driving.

“Ο καπετάνιος είναι στο τιμόνι.”

The captain is at the helm.

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τιμόνι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free