απαγωγή
Ορισμοί
- η απομάκρυνση, η οδήγηση έξω από το χώρο
-
, (κοινά), (νομικός όρος) η αρπαγή και αιχμαλωσία ενός προσώπου προκειμένου, συνήθως, να ζητηθούν λύτρα ή κάποιο άλλο αντάλλαγμα especially
- η απομάκρυνση των άκρων από τον κορμό
- μέθοδος συλλογισμού σύμφωνα με την οποία ξεκινάμε από τα γενικά και καταλήγουμε σε συμπεράσματα για τα μερικά
Ισοδύναμα
31 more languages
العربيةاختطاف
Беларускаявыкраданне
Българскиотвличане
Catalàsegrest
Češtinaúnos
Eestiinimrööv
हिन्दीअपहरण
Magyaremberrablás
Հայերենառևանգում
Íslenskamannrán
ქართულიმოტაცება
ភាសាខ្មែរមនុស្សគ្រាស
Македонскикиднапирање
Bahasa Melayupenculikan
Polskiporwanie
Românărăpire
Slovenščinaugrabitev
Svenskakidnappning
Kiswahiliutekaji nyara
ไทยลักพาตัว
Українськавикрадення
Παραδείγματα
“η απαγωγή της επιπλέον θερμότητας στους πυρηνικούς αντιδραστήρες γίνεται με τη χρήση τρεχούμενου νερού”
“χρειάζεται ειδική χοάνη για την απαγωγή των καυσαερίων”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free