Meaning of πυροβολήσει | Babel Free
/pi.ɾo.voˈli.si/Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πυροβολώ
- θα πυροβολήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πυροβολώ
- να πυροβολήσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυροβολώ
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.