HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of προτεραιότητα | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Standard
/pɾo.te.ɾeˈo.ti.ta/

Ορισμοί

  1. το να προηγείται κάποιος ή κάτι έναντι άλλων, χρονικά ή σε σειρά, το να πρέπει ή να δικαιούται να αντιμετωπιστεί ή να εξυπηρετηθεί πρώτος
  2. το να αξιολογείται κάποιος ή κάτι ως επείγον ή μεγαλύτερης σημασίας έναντι άλλων
  3. το δικαίωμα ενός οδηγού να στρίψει ή να διασχίσει το δρόμο πριν από ένα άλλο όχημα

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“οι γονείς με μικρά παιδιά εισέρχονται στο μουσείο κατά προτεραιότητα”
“αυτή τη στιγμή τα εθνικά θέματα έχουν την προτεραιότητα στις κινήσεις της κυβέρνησης”
“σε μια διασταύρωση προτεραιότητα έχει αυτός που έρχεται από τα δεξιά”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See προτεραιότητα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course