Meaning of προτεραιότητα | Babel Free
/pɾo.te.ɾeˈo.ti.ta/Ορισμοί
- το να προηγείται κάποιος ή κάτι έναντι άλλων, χρονικά ή σε σειρά, το να πρέπει ή να δικαιούται να αντιμετωπιστεί ή να εξυπηρετηθεί πρώτος
- το να αξιολογείται κάποιος ή κάτι ως επείγον ή μεγαλύτερης σημασίας έναντι άλλων
- το δικαίωμα ενός οδηγού να στρίψει ή να διασχίσει το δρόμο πριν από ένα άλλο όχημα
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“οι γονείς με μικρά παιδιά εισέρχονται στο μουσείο κατά προτεραιότητα”
“αυτή τη στιγμή τα εθνικά θέματα έχουν την προτεραιότητα στις κινήσεις της κυβέρνησης”
“σε μια διασταύρωση προτεραιότητα έχει αυτός που έρχεται από τα δεξιά”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.