Meaning of ένταση | Babel Free
/ˈen.da.si/Ορισμοί
- το να εκδηλώνεται κάτι με δύναμη
- συναισθηματική φόρτιση
- σύγκρουση μεταξύ δυο ή περισσότερων ατόμων
- η ενέργεια του ηλεκτρικού ρεύματος που περνάει μέσα από έναν αγωγό σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα
- η ενέργεια που μεταφέρει ο ήχος μέσα από ένα υλικό σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα
Ισοδύναμα
English
volume
Παραδείγματα
“τον χτύπησε με μεγάλη ένταση”
“φωνάζει με ένταση”
“έχει ένταση από τον χθεσινό καβγά”
“οι γονείς έχουν τσακωθεί και επικρατεί ένταση μέσα στο σπίτι”
“η ένταση του ρεύματος μετριέται σε αμπέρ”
“το ραδιόφωνο είναι πολύ χαμηλό, μπορείς να ανεβάσεις την ένταση;”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.