Σημασία του πέρασμα | Babel Free
ˈpe.ɾa.zmaΟρισμοί
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού περνώ ή τού διαπερνώ
- διέλευση
- μετακίνηση
- διάβαση
- μετάβαση
- καταχώριση
- μεταβίβαση
- παρέλευση
- ο τόπος, το σημείο από όπου περνάει κάποιος συνήθως ή υποχρεωτικά κατά την πορεία του προς έναν προορισμό
- ιδιαίτερο τμήμα μέσα σε ευρύτερη σύνθεση, πχ. μία cadenza (βιρτουόζικο σόλο) σε ορχηστρικό έργο ή ένα έντονο, φορτισμένο, χαρακτηριστικό ή διαφοροποιημένο σημείο σε σύνθεση
Ισοδύναμα
العربية
عبر
Български
проход
Deutsch
durchfahrt
Durchfahrt
Durchgang
durchqueren
durchreise
Durchreise
Flur
Ford
Furt
Gang
Korridor
Pass
pass
Schleichweg
überdachter Verbindungsgang
Übergang
Überquerung
Übertragung
English
Ford
ford
leg
pass
pass
passage
passage
passage
Passageway
passing
passing
passing
passing
rat run
rat run
Thoroughfare
Threading
way
way
way
way
way
Esperanto
pasejo
עברית
מעבר
Latina
vado
Tiếng Việt
ren
Παραδείγματα
“Tο πέρασμα του φασισμού από την Eυρώπη.”
The passing of fascism from Europe.
“αρχικά πρέπει να γίνει ξανά το πέρασμα όλων των στοιχείων στη νέα βάση δεδομένων”
“η Ελλάδα στο πέρασμα των αιώνων”
“Στη μεγαλύτερη βραχονησίδα είναι χτισμένο το εκκλησάκι του Αγίου Ισίδωρου, που συνδέεται με την απέναντι παραλία της Κόκκαλης μ' ένα στενό πέρασμα. (από άρθρο για τη Λέρο στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 21/06/2008)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free