πέρασμα
Ορισμοί
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού περνώ ή τού διαπερνώ
- διέλευση
- μετακίνηση
- διάβαση
- μετάβαση
- καταχώριση
- μεταβίβαση
- παρέλευση
- ο τόπος, το σημείο από όπου περνάει κάποιος συνήθως ή υποχρεωτικά κατά την πορεία του προς έναν προορισμό
- ιδιαίτερο τμήμα μέσα σε ευρύτερη σύνθεση, πχ. μία cadenza (βιρτουόζικο σόλο) σε ορχηστρικό έργο ή ένα έντονο, φορτισμένο, χαρακτηριστικό ή διαφοροποιημένο σημείο σε σύνθεση
Ισοδύναμα
20 more languages
العربيةعبر
Българскипроход
DeutschdurchfahrtDurchgangdurchquerendurchreiseFlurFordFurtGangKorridorpassSchleichwegüberdachter VerbindungsgangÜbergangÜberquerungÜbertragung
Esperantopasejo
עבריתמעבר
Latinavado
Tiếng Việtren
Παραδείγματα
“Tο πέρασμα του φασισμού από την Eυρώπη.”
The passing of fascism from Europe.
“αρχικά πρέπει να γίνει ξανά το πέρασμα όλων των στοιχείων στη νέα βάση δεδομένων”
“η Ελλάδα στο πέρασμα των αιώνων”
“Στη μεγαλύτερη βραχονησίδα είναι χτισμένο το εκκλησάκι του Αγίου Ισίδωρου, που συνδέεται με την απέναντι παραλία της Κόκκαλης μ' ένα στενό πέρασμα. (από άρθρο για τη Λέρο στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 21/06/2008)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free