Meaning of διάδρομος | Babel Free
/ˈðʝa.ðɾo.mos/Ορισμοί
- μακρόστενος χώρος σε κτήριο ή μεταφορικό μέσο στον οποίο έχουν πρόσβαση τα περισσότερα τα μέρη του ίδιου επιπέδου
-
το απλά διαμορφωμένο ή ειδικά στρωμένο δάπεδο σε αεροδρόμιο ή αλλού που χρησιμεύει για την προσγείωση και την απογείωση αεροπλάνων especially
-
κάθε μία από τις σειρές που χωρίζονται με γραμμές και στις οποίες τρέχουν οι αθλητές especially
-
μακρόστενο χαλί figuratively
- όργανο γυμναστικής που έχει ιμάντα κινούμενο με ρυθμιζόμενη ταχύτητα
Παραδείγματα
“διάδρομος απογείωσης”
takeoff runway
“διάδρομος προσγείωσης”
landing runway
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.