Meaning of πόρος | Babel Free
/ˈpo.ɾos/Ορισμοί
- νησί του Αργοσαρωνικού
- άνοιγμα, απ’ όπου μπορεί να περάσει κάποιος ή κάτι
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
-
τα υλικά μέσα figuratively
- δήμος της αρχαίας Αθήνας
-
το τμήμα ενός ποταμού, απ’ όπου περνούσαν απέναντι άνθρωποι ή ζώα dated
- resource: τα τμήματα υπολογιστικού συστήματος που συμβάλλουν σημαντικά στην απόδοσή του, όπως οι επεξεργαστές (CPU), κεντρική μνήμη, περιφερειακή μνήμη, κλπ.
- resource: οι διαθέσιμες λειτουργίες του λογισμικού ενός υπολογιστικού συστήματος, όπως το λειτουργικό σύστημα, οι βάσεις δεδομένων, κλπ
- οποιαδήποτε πληροφορία ή υπηρεσία (ιστοσελίδες, δεδομένα, πολυμέσα, κλπ.) είναι προσβάσιμη στο διαδίκτυο (internet)
Ισοδύναμα
English
Pore
Παραδείγματα
“Ο ιδρώτας έτρεχε από κάθε πόρο του δέρματος μας.”
Sweat ran from every pore of our skin.
“φυσικοί πόροι”
natural resources
“οι πόροι του δέρματος”
“δεν έχει πόρους για να ζήσει”
“※ Τέλος, οι άνθρωποι και τα υποζύγια διέσχιζαν τα ποτάμια, περνώντας μέσα από το νερό, στο σημείο με το μικρότερο βάθος, τον «πόρο». (archaiologia.gr )”
“※ Πρέπει να δείτε και το δικό μας δάσος, το λεμονοδάσος, απέναντι στον Πόρο. Είναι ένα μεγάλο δάσος από λεμονιές και πορτοκαλιές που σκεπάζει ολόκληρο το βουναλάκι. Καταπράσινο, όχι γκρίζο όπως αυτά τα ελιόδενδρα. (Κοσμάς Πολίτης, Λεμονοδάσος, 1930)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.