HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σωλήνας

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Standard
soˈli.nas

Ορισμοί

  1. κοίλο κυλινδρικό αντικείμενο κατασκευασμένο συνήθως από μέταλλο ή πλαστικό που χρησιμοποιείται κυρίως ως αγωγός για τη μεταφορά υγρών (π.χ. νερού) ή αερίων (π.χ. φυσικό αέριο) ή για την τοποθέτηση ηλεκτρικών ή τηλεφωνικών καλωδίων
  2. οποιοδήποτε κοίλο κυλινδρικό αντικείμενο

Ισοδύναμα

17 more languages
Bosanskicevcijevцевцијев
Češtinavývod
Galegocaneta
हिन्दीनल
Hrvatskicevcijevцевцијев
Bahasa Indonesiabispembuluh
한국어덕트
Kurdîbîs
Nederlandsductus
Polskipion
Српскиcevcijevцевцијев
Українськапротока

Παραδείγματα

“Ο υδραυλικός άλλαξε τον σπασμένο σωλήνα.”

The plumber replaced the broken pipe.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σωλήνας σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free