Ορισμοί
-
κοίλο κυλινδρικό αντικείμενο κατασκευασμένο συνήθως από μέταλλο ή πλαστικό που χρησιμοποιείται κυρίως ως αγωγός για τη μεταφορά υγρών (π.χ. νερού) ή αερίων (π.χ. φυσικό αέριο) ή για την τοποθέτηση ηλεκτρικών ή τηλεφωνικών καλωδίων
-
οποιοδήποτε κοίλο κυλινδρικό αντικείμενο
Ισοδύναμα
17 more languages
Παραδείγματα
“Ο υδραυλικός άλλαξε τον σπασμένο σωλήνα.”
The plumber replaced the broken pipe.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο
Δείτε τη λέξη σωλήνας σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.
Ξεκινήστε δωρεάν
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing.
Collaborate with Babel Free