Σημασία του πιστόλι | Babel Free
Ορισμοί
κοντόκαννο πυροβόλο όπλο μικρού μεγέθους που κρατιέται με το ένα χέρι
Ισοδύναμα
བོད་སྐད
ལག་མདའ
Čeština
pistole
Cymraeg
llawddryll
Ελληνικά
περίστροφο
Esperanto
pistolo
Eesti
püstol
فارسی
تپانچه
עברית
אקדח
Magyar
kézifegyver
Հայերեն
ատրճանակ
Bahasa Indonesia
beceng
Polski
pistolet
Kiswahili
bastola
Türkçe
tabanca
Українська
пістолет
Παραδείγματα
“※ Ὡπλισμένος ὡς στρατιώτης ἱερούργει εἰς τό κατά τά Τρίκορφα ἐκκλησίδιον τοῦ Ἁγίου Βλασσίου, καί ὡς δικηροτρίκηρα εἶχε τά πιστόλια, δι' ὧν ηὐλόγει καί ἐσταύρωνε τούς στρατιώτας (Αναστάσιος Γούδας, Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, 1870 σελ. νδ΄, αναφορά σε: Αρκαδία, εφημερίς Τριπόλεως, αρ. 504, τῇ 13 Σεπτεμβρίου 1869)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free