Meaning of πιστόλι | Babel Free
Ορισμοί
κοντόκαννο πυροβόλο όπλο μικρού μεγέθους που κρατιέται με το ένα χέρι
Παραδείγματα
“※ Ὡπλισμένος ὡς στρατιώτης ἱερούργει εἰς τό κατά τά Τρίκορφα ἐκκλησίδιον τοῦ Ἁγίου Βλασσίου, καί ὡς δικηροτρίκηρα εἶχε τά πιστόλια, δι' ὧν ηὐλόγει καί ἐσταύρωνε τούς στρατιώτας (Αναστάσιος Γούδας, Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, 1870 σελ. νδ΄, αναφορά σε: Αρκαδία, εφημερίς Τριπόλεως, αρ. 504, τῇ 13 Σεπτεμβρίου 1869)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.