Meaning of καλώ | Babel Free
/kaˈlo/Ορισμοί
- λέω ή παρακινώ κάποιον να έρθει κάπου, συνήθως σε κλειστό χώρο, ή προτρέπω κάποιον σε μια ενέργεια
- προσκαλώ κάποιον σε γιορτή, εκδήλωση κλπ
- τηλεφωνώ σε κάποιον
Παραδείγματα
“η γραμματέας κάλεσε τον πρώτο υποψήφιο για τη θέση να μπει στο γραφείο για τη συνέντευξη”
“οι αφίσες των συνδικάτων καλούσαν τους εργαζόμενους στη γενική απεργία”
“ο πρόεδρος του δικαστηρίου είπε στο συνήγορο να καλέσει τον πρώτο μάρτυρα”
“μας καλεί το καθήκον”
“δεν πήγα στη γιορτή γιατί δε με είχαν καλέσει”
“για πληροφορίες, παρακαλούμε καλέστε το 210223344”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.