HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καλώ — definition

Conjugation of καλώ

Regular CEFR B2
kaˈlo

λέω ή παρακινώ κάποιον να έρθει κάπου, συνήθως σε κλειστό χώρο, ή προτρέπω κάποιον σε μια ενέργεια Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καλώ
εσύ καλείς
αυτός / αυτή / αυτό καλεί
εμείς καλούμε
εσείς καλείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καλούν
Παρατατικός
εγώ καλούσα
εσύ καλούσες
αυτός / αυτή / αυτό καλούσε
εμείς καλούσαμε
εσείς καλούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καλούσαν
Αόριστος
εγώ κάλεσα
εσύ κάλεσες
αυτός / αυτή / αυτό κάλεσε
εμείς καλέσαμε
εσείς καλέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κάλεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καλέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καλέσω
εσύ καλέσεις
αυτός / αυτή / αυτό καλέσει
εμείς καλέσουμε
εσείς καλέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καλέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καλείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κάλεσε
εσείς καλέστε
Απαρέμφατο αορίστου
καλέσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καλούμαι
εσύ καλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό καλείται
εμείς καλούμαστε
εσείς καλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά καλούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό καλούνταν
εμείς καλούμασταν
εσείς [καλούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά καλούνταν
Αόριστος
εγώ καλέστηκα
εσύ καλέστηκες
αυτός / αυτή / αυτό καλέστηκε
εμείς καλεστήκαμε
εσείς καλεστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά καλέστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καλεστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καλεστώ
εσύ καλεστείς
αυτός / αυτή / αυτό καλεστεί
εμείς καλεστούμε
εσείς καλεστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καλεστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καλείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καλέσου
εσείς καλεστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
καλεστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary