Meaning of κατάθλιψη | Babel Free
/kaˈta.θli.psi/Ορισμοί
- η διαδικασία, ενέργεια ή αποτέλεσμα του καταστέλλω
- η καταστολή, η καταπίεση, η κατοχή, η τυραννία (εμποδισμός ελευθερίας)
- η ψυχική ασθένεια που την χαρακτηρίζει (παροδική ή μόνιμη) θλίψη, απαισιοδοξία, έλλειψη ενδιαφέροντος, μελαγχολία και άλλα παρόμοια
-
η πίεση, η καταπίεση, η συμπίεση ρευστού rare
Παραδείγματα
“※ Μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί στο παρελθόν έδειξαν ότι τα ψευδοφάρμακα βελτιώνουν την κατάσταση ασθενών που πάσχουν από κατάθλιψη, πόνους ή υπέρταση.”
“※ Η Μήδεια υπήρξε το πρώτο θύμα της διαπολιτιστικής νόσου, αυτού που ονομάζεται κατάθλιψη της μετανάστευσης, όταν με θολωμένο το μυαλό από την αποξένωση και την εχθρότητα, προδομένη από τον αγαπημένο της αλλά και από τον ίδιο της τον εαυτό, ξενίτισσα -από το «ξενίτης», που στην ταινία του Αγγελόπουλου «Η αιωνιότητα και μια μέρα» δηλώνει τον «όπου γης ξένο»-, σκότωσε το ίδια τα παιδιά της. (Πάνος Σόμπολος, Γυναίκες δολοφόνοι. Εγκλήματα γένους θηλυκού στην Ελλάδα, εκδ. Πατάκης, 2019)”
“→ χρειάζεται παράθεμα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.