HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κατάθλιψη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2 Standard
kaˈta.θli.psi

Ορισμοί

  1. η διαδικασία, ενέργεια ή αποτέλεσμα του καταστέλλω
  2. η καταστολή, η καταπίεση, η κατοχή, η τυραννία (εμποδισμός ελευθερίας)
  3. η ψυχική ασθένεια που την χαρακτηρίζει (παροδική ή μόνιμη) θλίψη, απαισιοδοξία, έλλειψη ενδιαφέροντος, μελαγχολία και άλλα παρόμοια
  4. η πίεση, η καταπίεση, η συμπίεση ρευστού
    rare

Ισοδύναμα

2 more languages
Русскийдепрессия
Türkçedepresyon

Παραδείγματα

“※ Μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί στο παρελθόν έδειξαν ότι τα ψευδοφάρμακα βελτιώνουν την κατάσταση ασθενών που πάσχουν από κατάθλιψη, πόνους ή υπέρταση.”
“※ Η Μήδεια υπήρξε το πρώτο θύμα της διαπολιτιστικής νόσου, αυτού που ονομάζεται κατάθλιψη της μετανάστευσης, όταν με θολωμένο το μυαλό από την αποξένωση και την εχθρότητα, προδομένη από τον αγαπημένο της αλλά και από τον ίδιο της τον εαυτό, ξενίτισσα -από το «ξενίτης», που στην ταινία του Αγγελόπουλου «Η αιωνιότητα και μια μέρα» δηλώνει τον «όπου γης ξένο»-, σκότωσε το ίδια τα παιδιά της. (Πάνος Σόμπολος, Γυναίκες δολοφόνοι. Εγκλήματα γένους θηλυκού στην Ελλάδα, εκδ. Πατάκης, 2019)”
“→ χρειάζεται παράθεμα”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κατάθλιψη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free