ντρέπομαι
Ορισμοί
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of ντρέπομαι.
Ισοδύναμα
19 more languages
አማርኛአፈረ
Deutschsich schämen
Esperantohonti
Suomihävetä
Magyarszégyenkezik
日本語恥じる
한국어부끄러워하다
Nederlandszich schamen
Polskiwstydzić się
Portuguêsenvergonhar-se
Svenskaskämmas
Türkçeutanmak
Українськасоромитися
Παραδείγματα
“Ντρέπομαι να μιλήσω στα κορίτσια.”
I'm too shy to talk to girls.
“Ντρεπόταν να μιλήσει ο ένας στον άλλον.”
They were shy of speaking to each other.
“Ντράπηκα με τον τρόπο που μίλησε στην μητέρα του.”
I was ashamed of the way he spoke to his mother.
“Θα έπρεπε να ντρέπεσαι γι’ αυτό που έκανες.”
You ought to be ashamed of what you did.
“Ντρεπόταν τον καθηγητή.”
He respected the professor.
“Ντρέπομαι να τον εξαπατήσω, δεν πρόκειται να το κάνω.”
“※ γκομενίζει με όποια σχεδόν έπεφτε στο δρόμο του (εκείνος, που ως τότε ντρεπόταν υπερβολικά τα κορίτσια) (⌘ Χ. Α. Χωμενίδης, Το σπίτι και το κελλί, εκδ. Πατάκης, 2016)”
“Ντρέπομαι τον πατέρα σου, διαφορετικά θα σου έκανα μήνυση γι' αυτό μου έκανες.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free