Meaning of ντρέπομαι | Babel Free
/ˈdɾe.po.me/Ορισμοί
- νιώθω ντροπή για κάτι άσχημο που έκανα
- έχω ηθικές αναστολές να κάνω κάτι, νιώθω ντροπή να κάνω κάτι
- νιώθω σεβασμό για έναν άνθρωπο ή για κάτι που θεωρώ ότι έχει αξία και δεν θέλω να κάνω κάτι που θα τον/το προσβάλλει
Ισοδύναμα
English
be ashamed
Παραδείγματα
“Ντρέπομαι να μιλήσω στα κορίτσια.”
I'm too shy to talk to girls.
“Ντρεπόταν να μιλήσει ο ένας στον άλλον.”
They were shy of speaking to each other.
“Ντράπηκα με τον τρόπο που μίλησε στην μητέρα του.”
I was ashamed of the way he spoke to his mother.
“Θα έπρεπε να ντρέπεσαι γι’ αυτό που έκανες.”
You ought to be ashamed of what you did.
“Ντρεπόταν τον καθηγητή.”
He respected the professor.
“Ντρέπομαι να τον εξαπατήσω, δεν πρόκειται να το κάνω.”
“※ γκομενίζει με όποια σχεδόν έπεφτε στο δρόμο του (εκείνος, που ως τότε ντρεπόταν υπερβολικά τα κορίτσια) (⌘ Χ. Α. Χωμενίδης, Το σπίτι και το κελλί, εκδ. Πατάκης, 2016)”
“Ντρέπομαι τον πατέρα σου, διαφορετικά θα σου έκανα μήνυση γι' αυτό μου έκανες.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.