Σημασία του ένστικτο | Babel Free
ˈen.sti(ŋ).ktoΟρισμοί
η έμφυτη εσωτερική παρόρμηση στον άνθρωπο και στα ζώα που οδηγεί σε πράξεις που εξυπηρετούν τη συντήρηση και την αναπαραγωγή του είδους
Ισοδύναμα
Български
инстинкт
Català
instint
Dansk
instinkt
Ελληνικά
ένστιχτο
Esperanto
instinkto
Español
instinto
فارسی
غریزه
Français
instinct
עברית
יצר
Magyar
ösztön
Հայերեն
բնազդ
Bahasa Indonesia
insting
日本語
本能
ខ្មែរ
សភាវគតិ
한국어
본능
Македонски
инстинкт
Nederlands
instinct
Português
instinto
ไทย
สัญชาตญาณ
Українська
інстинкт
اردو
فطرت
Tiếng Việt
bản năng
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free