Meaning of ένστολος | Babel Free
/ˈen.sto.los/Ορισμοί
που φοράει στολή, επίσημη ομοιόμορφη ενδυμασία που φοριέται από τα μέλη μιας ομάδας κατά τις ώρες εργασίας τους
Παραδείγματα
“Η οργή ξεχειλίζει –το νέο σύμβολο των διαδηλωτών δεν είναι τα δεντράκια του πάρκου Γκεζί, αλλά μια ταπεινή φρατζόλα ψωμί, σαν αυτή που κρατούσε καθ’ οδόν προς το σπίτι του το 15χρονο παιδί, όταν χτυπήθηκε στο κεφάλι από το μεταλλικό κάνιστρο δακρυγόνου που εκτόξευσε εναντίον του ο ένστολος δολοφόνος του.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.