Σημασία του ένστολος | Babel Free
ˈen.sto.losΟρισμοί
που φοράει στολή, επίσημη ομοιόμορφη ενδυμασία που φοριέται από τα μέλη μιας ομάδας κατά τις ώρες εργασίας τους
Ισοδύναμα
Deutsch
uniformiert
Ελληνικά
ένστολος
English
uniformed
Español
uniformado
Suomi
univormupukuinen
हिन्दी
वर्दीधारी
Nederlands
geüniformeerd
Svenska
uniformsklädd
Παραδείγματα
“Η οργή ξεχειλίζει –το νέο σύμβολο των διαδηλωτών δεν είναι τα δεντράκια του πάρκου Γκεζί, αλλά μια ταπεινή φρατζόλα ψωμί, σαν αυτή που κρατούσε καθ’ οδόν προς το σπίτι του το 15χρονο παιδί, όταν χτυπήθηκε στο κεφάλι από το μεταλλικό κάνιστρο δακρυγόνου που εκτόξευσε εναντίον του ο ένστολος δολοφόνος του.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free