Meaning of ύπνος | Babel Free
/ˈipnos/Ορισμοί
- η περιοδική κατάσταση κατά την οποία οι φυσιολογικές λειτουργίες του οργανισμού ενός ανθρώπου ή ζώου επιβραδύνονται και το πνεύμα έχει μειωμένη συνείδηση του εαυτού του και μειωμένη επαφή με το περιβάλλον
- ανδρικό όνομα
Παραδείγματα
“※ Πρόκειται για τα λεγόμενα lucid dreams ή συνειδητά όνειρα. Και όταν μιλάμε για «ονειροναυτική», δεν κινούμαστε στον χώρο της παραψυχολογίας αλλά στον χώρο των επιστημονικών ερευνών για τη φύση του ύπνου (Η παραδοξότητα του ξύπνιου μέσα στον ύπνο, Το ΒΗΜΑ, 24/11/2008 https://www.tovima.gr/2008/11/24/culture/i-paradoksotita-toy-ksypnioy-mesa-ston-ypno/)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.