Meaning of γούστο | Babel Free
/ˈɣusto/Ορισμοί
- η αντίληψη που έχει κάποιος για αισθητικά ζητήματα ή θέματα σχετικά με το ωραίο
-
οι προσωπικές επιλογές και προτιμήσεις plural
- η καλλιεργημένη κι εκλεπτυσμένη αισθητική
- καθετί που προκαλεί εύθυμη διάθεση, ευχαρίστηση και ιλαρότητα
Ισοδύναμα
English
taste
Παραδείγματα
“Έχεις θαυμάσιο γούστο στη μουσική.”
You have a wonderful taste in music.
“Ο καθένας με τα γούστα του.”
Each to their own.
“Το διαμέρισμά της δείχνει το γούστο της.”
Her apartment shows her great taste.
“Είναι άνθρωπος με γούστο· ποτέ δε θα φορούσε κάτι τέτοιο!”
He's a man of good taste; he'd never wear something like that!
“Μου χάλασε το γούστο ο καβγάς.”
The fight spoiled my good fun.
“Έχει γούστο ο φίλος σου.”
Your friend is great fun.
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.