Meaning of προαγωγή | Babel Free
/pɾoaɣoˈʝi/Ορισμοί
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού προάγω
- η ανάπτυξη μιας σχέσης (εμπορικής, πολιτιστικής, διμερούς κ.λπ.)
- αναβάθμιση, προώθηση
- προβιβασμός
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“η προαγωγή των εθνικών συμφερόντων”
the promotion of national interests
“Δεν πήρα ακόμη προαγωγή στη δουλειά αν και δουλεύω εκεί πέντε χρόνια τώρα.”
I still haven't had a promotion at work even though I've worked there for five years now.
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.