HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μόλυνση | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Standard
/ˈmo.lin.si/

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μολύνω
  2. η εισαγωγή σε ζώντα οργανισμό παθογόνων μικροοργανισμών και ο συνακόλουθος πολλαπλασιασμός τους, με αποτέλεσμα την ασθένεια και τη γενικότερη διαταραχή του οργανισμού
  3. ρύπανση
    figuratively

Ισοδύναμα

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μόλυνση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course