HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μόλυνση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2 Standard
ˈmo.lin.si

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μολύνω
  2. η εισαγωγή σε ζώντα οργανισμό παθογόνων μικροοργανισμών και ο συνακόλουθος πολλαπλασιασμός τους, με αποτέλεσμα την ασθένεια και τη γενικότερη διαταραχή του οργανισμού
  3. ρύπανση
    figuratively

Ισοδύναμα

30 more languages

Παραδείγματα

“Η μόλυνση του ποταμού ανησυχεί τους κατοίκους.”

The pollution of the river worries the residents.

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μόλυνση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free