HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δοκιμασία | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Standard

Ορισμοί

  1. η δοκιμή
  2. δύσκολη κατάσταση που αντιμετωπίζει κάποιος και τον αναγκάζει να δοκιμάσει τις αντοχές του· ταλαιπωρία
  3. έλεγχος ώστε να βεβαιωθεί η καταλληλότητα υποψηφίου για να αναλάβει δημόσιο λειτούργημα

Ισοδύναμα

English Ordeal test trial

Παραδείγματα

“※ Μπορεί μέσα απ' αυτή τη δοκιμασία να προκύψει κάτι καλό. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δοκιμασία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course