HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βενζίνη | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Frequent
/venˈzi.ni/

Ορισμοί

υγρό με πτητική κι εύφλεκτη ιδιότητα και με χαρακτηριστική και έντονη οσμή, το οποίο παράγεται από την επεξεργασία του αργού πετρελαίου και χρησιμοποιείται ως καύσιμο σε μηχανές εσωτερικής καύσεως. Πωλείται στα πρατήρια βενζίνης

Ισοδύναμα

English gas Gasoline

Παραδείγματα

“αμόλυβδη βενζίνη”
“Βάζω βενζίνη στο αυτοκίνητο.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βενζίνη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course