αναστολή
Ορισμοί
- η διακοπή μιας ενέργειας για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα
- η προσωρινή παύση της ισχύος ενός νόμου ή του συντάγματος
- η αναβολή εκτέλεσης μιας ποινής για καθορισμένο χρονικό διάστημα· εάν αυτό το διάστημα περάσει χωρίς ο καταδικασμένος να υποπέσει σε άλλο παράπτωμα, τότε απαλλάσσεται από την υποχρέωση έκτισης της ποινής
- η προσωρινή διακοπή εκτελέσεων εντολών μαζί με την κατανάλωση ελάχιστης ή καθόλου ενέργειας, αλλά με τρόπο που επιτρέπει την γρήγορη επιστροφή στις εργασίες που διακόπηκαν
- δισταγμός να κάνω κάτι (κυρίως για ηθικούς λόγους)
Ισοδύναμα
37 more languages
Afrikaansopgeskorte vonnis
Azərbaycan dilitəxir
Българскиспиране
DeutschAufschubBewährungsstrafeEinstellungHaltHemmschwelleHemmungSchwebeSchwebezustandUnentschiedenheitUnterbindungUnterbrechungUnterdrückungVerlegungVerschiebungVertagung
Ελληνικάαναβολήανασταλτικόαναχαίτισηαπωθημένααπωθημένοςδιακοπήεκκρεμοδικίαεκκρεμότητακατάπαυσημετάθεσηπαρεμπόδισηπαύση
Esperantoinhibicio
Suomiestäminenesteestoestoisuusestymäestyneisyysinhibitiojäädytyslakkaaminenlopettaminenlykkäyspidäkepidättyneisyyssiirtäminen
Magyargátlás
Kurdîeste
Nederlandsbeëindigingonbeheerdheidonbeslistheidonbruikonzekerheidopschortingremmingstraf met uitsteluitstelvoorwaardelijke straf
Kiswahiliuahirishaji
తెలుగుముగింపు
ไทยผัด
Tagalogsansala
Tiếng Việtán treo
中文緩刑
繁體中文緩刑
Παραδείγματα
“καταδικάστηκε σε 7 μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή”
“αφήνω τον υπολογιστή μου ανοιχτό αλλά έβαλα ρύθμιση να μπαίνει σε αναστολή μετά από 60 λεπτά χωρίς δραστηριότητα”
“αν παραβείτε τη συμφωνία μας, δεν θα έχω καμία αναστολή να ζητήσω την ποινική σας δίωξη”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free