Σημασία του αναστολή | Babel Free
Ορισμοί
- η διακοπή μιας ενέργειας για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα
- η προσωρινή παύση της ισχύος ενός νόμου ή του συντάγματος
- η αναβολή εκτέλεσης μιας ποινής για καθορισμένο χρονικό διάστημα· εάν αυτό το διάστημα περάσει χωρίς ο καταδικασμένος να υποπέσει σε άλλο παράπτωμα, τότε απαλλάσσεται από την υποχρέωση έκτισης της ποινής
- η προσωρινή διακοπή εκτελέσεων εντολών μαζί με την κατανάλωση ελάχιστης ή καθόλου ενέργειας, αλλά με τρόπο που επιτρέπει την γρήγορη επιστροφή στις εργασίες που διακόπηκαν
- δισταγμός να κάνω κάτι (κυρίως για ηθικούς λόγους)
Ισοδύναμα
Afrikaans
opgeskorte vonnis
Azərbaycan dili
təxir
Български
спиране
Deutsch
Aufschub
Bewährungsstrafe
Einstellung
Halt
Hemmschwelle
Hemmung
Schwebe
Schwebezustand
Unentschiedenheit
Unterbindung
Unterbrechung
Unterdrückung
Verlegung
Verschiebung
Vertagung
Ελληνικά
αναβολή
ανασταλτικό
αναχαίτιση
απωθημένα
απωθημένος
διακοπή
εκκρεμοδικία
εκκρεμότητα
κατάπαυση
μετάθεση
παρεμπόδιση
παύση
Esperanto
inhibicio
Español
aplazamiento
cesación
cesamiento
cese
desuso
esperanza
expectativa
inhibición
suspensión
suspenso
Suomi
estäminen
este
esto
estoisuus
estymä
estyneisyys
inhibitio
jäädytys
lakkaaminen
lopettaminen
lykkäys
pidäke
pidättyneisyys
siirtäminen
Français
ajournement
cessation
en suspens
inhibition
inhibitions
report
sommeil
sursis
sursis
Suspension
vacance
vacant
veille
veille
Magyar
gátlás
Kurdî
este
Nederlands
beëindiging
onbeheerdheid
onbeslistheid
onbruik
onzekerheid
opschorting
remming
straf met uitstel
uitstel
voorwaardelijke straf
Kiswahili
uahirishaji
తెలుగు
ముగింపు
ไทย
ผัด
Tagalog
sansala
Tiếng Việt
án treo
中文
緩刑
繁體中文
緩刑
Παραδείγματα
“καταδικάστηκε σε 7 μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή”
“αφήνω τον υπολογιστή μου ανοιχτό αλλά έβαλα ρύθμιση να μπαίνει σε αναστολή μετά από 60 λεπτά χωρίς δραστηριότητα”
“αν παραβείτε τη συμφωνία μας, δεν θα έχω καμία αναστολή να ζητήσω την ποινική σας δίωξη”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free