κατάπαυση
Ορισμοί
η απόλυτη παύση ή οριστική διακοπή συνήθως μίας έντονης και αρνητικής δραστηριότητας
Ισοδύναμα
22 more languages
العربيةوقف
Българскиспиране
Catalàcessació
Češtinazastavení
Gaeilgefaill
Italianocessazione
Македонскипрестанок
Nederlandsbeëindiging
Русскийпрекращение
తెలుగుముగింపు
Türkçeinkıta
Українськаприпи́нення
Παραδείγματα
“κατάπαυση των εχθροπραξιών”
cessation of hostilities
“κατάπαυση του πυρός”
cease-fire
“Διατάχθηκε κατάπαυση του πυρός”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free