Σημασία του κατάπαυση | Babel Free
kaˈta.paf.siΟρισμοί
η απόλυτη παύση ή οριστική διακοπή συνήθως μίας έντονης και αρνητικής δραστηριότητας
Ισοδύναμα
العربية
وقف
Български
спиране
Català
cessació
Čeština
zastavení
Français
cessation
Gaeilge
faill
Italiano
cessazione
Македонски
престанок
Nederlands
beëindiging
Русский
прекращение
తెలుగు
ముగింపు
Türkçe
inkıta
Українська
припи́нення
Παραδείγματα
“κατάπαυση των εχθροπραξιών”
cessation of hostilities
“κατάπαυση του πυρός”
cease-fire
“Διατάχθηκε κατάπαυση του πυρός”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free