ισορροπία
Ορισμοί
- κατάσταση ενός αντικειμένου ή προσώπου να στέκεται σε μια συγκεκριμένη θέση, αν και τείνει να σταθεί σε κάποια άλλη
- (επιστήμες) κατάσταση κατά την οποία δεν φαίνονται μεταβολλές σε ένα σύστημα. Διακρίνεται σε στατική και δυναμική. Στη στατική ισορροπία δεν υπάρχουν μεταβολές, ενώ στη δυναμική υπάρχουν αλλά αλληλοαναιρούνται.
Ισοδύναμα
7 more languages
Magyaregyensúly
Italianoequilibrio
Polskirównowaga
Portuguêsequilíbrio
Românăechilibru
Српскиравнотежа
Svenskajämvikt
Παραδείγματα
“Ο άνθρωπος κατά τους πρώτες μήνες της ζωής του εξασκεί την ισορροπία του, ώστε αργότερα να μάθει να στέκεται όρθιος και τελικά να περπατάει.”
“Για να γίνεις ακροβάτης πρέπει να ξέρεις καλή ισορροπία.”
“※ Ο Δάσκαλος μίλησε για την περίφημη ισορροπία μεταξύ γιν και γιανγκ στο σύμπαν. Αυθόρμητα σήκωσα το χέρι και του είπα ότι ισορροπία δεν υπάρχει επειδή το Κακό δεν είναι ούτε γιν, ούτε γιανγκ· είναι μια τρίτη δύναμη, η οποία υπεισέρχεται στα πάντα και χαλά κάθε ισορροπία (Λιζέτα Βρανά, Απόλυτο Κακό (Βιβλίο Δεύτερο), Το Εσωτερικό Μονοπάτι, 2016)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free