Meaning of ισορροπία | Babel Free
/isoroˈpia/Ορισμοί
- κατάσταση ενός αντικειμένου ή προσώπου να στέκεται σε μια συγκεκριμένη θέση, αν και τείνει να σταθεί σε κάποια άλλη
- (επιστήμες) κατάσταση κατά την οποία δεν φαίνονται μεταβολλές σε ένα σύστημα. Διακρίνεται σε στατική και δυναμική. Στη στατική ισορροπία δεν υπάρχουν μεταβολές, ενώ στη δυναμική υπάρχουν αλλά αλληλοαναιρούνται.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Ο άνθρωπος κατά τους πρώτες μήνες της ζωής του εξασκεί την ισορροπία του, ώστε αργότερα να μάθει να στέκεται όρθιος και τελικά να περπατάει.”
“Για να γίνεις ακροβάτης πρέπει να ξέρεις καλή ισορροπία.”
“※ Ο Δάσκαλος μίλησε για την περίφημη ισορροπία μεταξύ γιν και γιανγκ στο σύμπαν. Αυθόρμητα σήκωσα το χέρι και του είπα ότι ισορροπία δεν υπάρχει επειδή το Κακό δεν είναι ούτε γιν, ούτε γιανγκ· είναι μια τρίτη δύναμη, η οποία υπεισέρχεται στα πάντα και χαλά κάθε ισορροπία (Λιζέτα Βρανά, Απόλυτο Κακό (Βιβλίο Δεύτερο), Το Εσωτερικό Μονοπάτι, 2016)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.