HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γραμματέας | Babel Free

Noun masculine CEFR B2 Frequent
/ɣɾa.maˈte.as/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. έμπιστος υπάλληλος και στενός συνεργάτης ενός επιχειρηματία, επιστήμονα, πολιτικού, ηγεμόνα κλπ που διεκπεραιώνει κυρίως την αλληλογραφία του
  3. υπάλληλος που ασχολείται με γραφική δουλειά
  4. το μέλος ενός συμβουλίου που έχει την ευθύνη της κράτησης των πρακτικών από τις συνεδριάσεις
  5. ανώτατο στέλεχος οργανισμού, κόμματος κλπ
  6. λόγιοι Εβραίοι, ειδικοί του Μωσαϊκού Νόμου
    plural

Ισοδύναμα

English secretary

Παραδείγματα

“γενικός γραμματέας”

secretary general; general secretary

“ο γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου”
“η γενική γραμματέας του κομμουνιστικού κόμματος”
“Γραμματείς και Φαρισαίοι”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γραμματέας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course