Meaning of γραμματέας | Babel Free
/ɣɾa.maˈte.as/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- έμπιστος υπάλληλος και στενός συνεργάτης ενός επιχειρηματία, επιστήμονα, πολιτικού, ηγεμόνα κλπ που διεκπεραιώνει κυρίως την αλληλογραφία του
- υπάλληλος που ασχολείται με γραφική δουλειά
- το μέλος ενός συμβουλίου που έχει την ευθύνη της κράτησης των πρακτικών από τις συνεδριάσεις
- ανώτατο στέλεχος οργανισμού, κόμματος κλπ
-
λόγιοι Εβραίοι, ειδικοί του Μωσαϊκού Νόμου plural
Ισοδύναμα
English
secretary
Παραδείγματα
“γενικός γραμματέας”
secretary general; general secretary
“ο γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου”
“η γενική γραμματέας του κομμουνιστικού κόμματος”
“Γραμματείς και Φαρισαίοι”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.