Meaning of εισβολή | Babel Free
Ορισμοί
- η ενέργεια του εισβάλλω
- η επίθεση ενός όγκου εχθρικών δυνάμεων που περνούν τα σύνορα και μπαίνουν σε μια χώρα με σκοπό τη λεηλασία ή τη μόνιμη κατάκτηση
- η αιφνίδια και ορμητική είσοδος σε ένα χώρο
- η μη εξουσιοδοτημένη είσοδος σε ένα δίκτυο υπολογιστών
Παραδείγματα
“※ Ο πόλεμος λειτούργησε σαν ηλεκτροσόκ. Η εικόνα της ρωσικής εισβολής και των μαζικών ωμοτήτων δημιούργησε μια κοινή αίσθηση ιστορικής αλλαγής από τη Σκανδιναβία έως τη Μεσόγειο. (Economist: Όταν τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία, ξεκινά ο «εμφύλιος» της Ευρώπης Η Ναυτεμπορική, 30/11/2025 https://www.naftemporiki.gr/kosmos/2040439/economist-otan-teleiosei-o-polemos-stin-oykrania-xekina-o-emfylios-tis-eyropis/)”
“Η εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο το 1974”
“Εισβολή αποστράτων στο Άμυνας - Διαμαρτυρία για τις συντάξεις * Χρειάστηκε η παρέμβαση του αρχηγού ΓΕΣ για να απομακρυνθούν. (από την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011)”
“εισβολή στους διακομιστές της εταιρείας Χ χτες από ομάδα χάκερ”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.