HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εισβολή | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Standard

Ορισμοί

  1. η ενέργεια του εισβάλλω
  2. η επίθεση ενός όγκου εχθρικών δυνάμεων που περνούν τα σύνορα και μπαίνουν σε μια χώρα με σκοπό τη λεηλασία ή τη μόνιμη κατάκτηση
  3. η αιφνίδια και ορμητική είσοδος σε ένα χώρο
  4. η μη εξουσιοδοτημένη είσοδος σε ένα δίκτυο υπολογιστών

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Ο πόλεμος λειτούργησε σαν ηλεκτροσόκ. Η εικόνα της ρωσικής εισβολής και των μαζικών ωμοτήτων δημιούργησε μια κοινή αίσθηση ιστορικής αλλαγής από τη Σκανδιναβία έως τη Μεσόγειο. (Economist: Όταν τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία, ξεκινά ο «εμφύλιος» της Ευρώπης Η Ναυτεμπορική, 30/11/2025 https://www.naftemporiki.gr/kosmos/2040439/economist-otan-teleiosei-o-polemos-stin-oykrania-xekina-o-emfylios-tis-eyropis/)”
“Η εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο το 1974”
“Εισβολή αποστράτων στο Άμυνας - Διαμαρτυρία για τις συντάξεις * Χρειάστηκε η παρέμβαση του αρχηγού ΓΕΣ για να απομακρυνθούν. (από την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011)”
“εισβολή στους διακομιστές της εταιρείας Χ χτες από ομάδα χάκερ”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εισβολή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course