Meaning of χαλί | Babel Free
/xaˈli/Ορισμοί
- πολύ κακή, πολύ άθλια ή εξαθλιωμένη κατάσταση
- κάλυμμα για το πάτωμα από βαρύ, συνήθως διακοσμημένο, ύφασμα
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Ισοδύναμα
English
carpet
Παραδείγματα
“είμαι ένα χάλι”
I'm a mess.
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.