Σημασία του χαλί | Babel Free
xaˈliΟρισμοί
- πολύ κακή, πολύ άθλια ή εξαθλιωμένη κατάσταση
- κάλυμμα για το πάτωμα από βαρύ, συνήθως διακοσμημένο, ύφασμα
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Ισοδύναμα
العربية
بلية
Català
tràngol
Čeština
koberec
Esperanto
tapiŝo
Français
carpette
dévouer
état
Moquette
quatre
quatre
situation désespérée
tapis
tapis
triste
triste
Galego
alfombrar
Қазақша
кілем
Русский
ковер
ковёрный
ковровидный
ковровщик
ковровый
ковроделие
ковроделка
ковродельческий
коврообразный
ковроподобный
ковроткач
ковроткачество
ковроткачиха
обязательство
положение
помолвка
состояние
Українська
килим
Παραδείγματα
“είμαι ένα χάλι”
I'm a mess.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free