HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

όρκος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized
ˈoɾ.kos

Ορισμοί

  1. Υπόσχεση που δίδεται συνοδευόμενη συνήθως από επίκληση σε υπερφυσικές δυνάμεις ως εγγύηση της τήρησής της
  2. ανδρικό όνομα

Ισοδύναμα

27 more languages
العربيةبليةنذر
Catalàtràngol
Češtinapřísahaslib
Gàidhliggeall
Magyareskü
日本語せいし盟誓矢誓
Latinavoveo
Latviešuzvērēt

Παραδείγματα

“Έδωσε όρκο πίστης στην πατρίδα του.”

He gave an oath of loyalty to his homeland.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη όρκος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free