ορκωμοσία
Ορισμοί
η τελετή κατά την οποία κάποιος ή κάποιοι δίνουν έναν επίσημο όρκο, όπως για παράδειγμα όταν κατατάσσονται στο στρατό, αποφοιτούν από πανεπιστημιακή σχολή, αναλαμβάνουν μια δημόσια θέση, αξίωμα
Ισοδύναμα
21 more languages
Suomikiroaminenkiroileminenkiroilumanaaminenmanailunoituminensadatteleminensadatteluvalan vannominenvalanvannontavannominenvannonta
Gaeilgemallachtach
Gàidhligbòid
Te Reo Māorikangakanga
Portuguêsjuramento
Tagalogpanunumpa
Українськалайка
Παραδείγματα
“Η ορκωμοσία των νέων στρατιωτών έγινε το πρωί.”
The swearing-in of the new soldiers took place in the morning.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free