Meaning of αντίσταση | Babel Free
/anˈdi.sta.si/Ορισμοί
- η δημιουργία ή προβολή δυσκολιών κάποιου ή από κάτι στην πραγματοποίηση ενός φαινομένου ή γεγονότος
- συνήθως με κεφαλαίο, η Αντίσταση σε εχθρό
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ οι δικοί του τον θυμούνται ... ως τον υπαίτιο της οικονομικής δυστυχίας τους, σαν να έβαλε αυτογκόλ σε δυο κρίσιμους ποδοσφαιρικούς τελικούς: επί Δικτατορίας, που δεν αξιοποίησε την εύνοια της Χούντας που τον στράτευσε στην παντοδύναμη ΕΣΑ και αυτός λιποτάκτησε, και επί Δημοκρατίας, που δεν αξιοποίησε την αντίσταση που έκανε κατά της Χούντας (Βασίλης Γκουρογιάννης, Αναψηλάφηση, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.