Σημασία του μέτωπο | Babel Free
ˈme.to.poΟρισμοί
- το τμήμα του προσώπου πάνω από τα φρύδια και κάτω από τα μαλλιά
-
το μπροστινό τμήμα (π.χ. ενός κτιρίου) broadly
- η κατεύθυνση προς την οποία κοιτάζει κάποιος ή κάτι
- η στρατιωτική παράταξη προς τον εχθρό και ιδίως η πρώτη γραμμή της
-
χώρος εντός του οποίου διεξάγονται στρατιωτικές επιχειρήσεις broadly
- ζώνη εντός της οποίας γίνεται κάτι
- κοινή δράση ατόμων ή ομάδων, συμμαχία για κοινό σκοπό
- αέρια ζώνη με κοινά χαρακτηριστικά πίεσης, θερμοκρασίας κ.λπ.
Ισοδύναμα
العربية
خَطّ أَمَامِيّ
Azərbaycanca
cəbhə
Dansk
frontlinje
Ελληνικά
πρώτη γραμμή
Suomi
etulinja
Italiano
fronte
Nederlands
frontlijn
Polski
linia walki
Português
linha de frente
Română
front
Svenska
frontlinje
Παραδείγματα
“※ Σήμερα ο πρόεδρος Bush (υιός), ως πλανητάρχης πλέον, προσπαθεί να κλείσει όλα τα μέτωπα, μεταξύ των οποίων και το Κυπριακό. (Μάνος Μάρκογλου, Η Αμερική όπως την είδα, εκδ. Παπαζήση, 2005, σελ. 28)”
“ψυχρό μέτωπο”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free