HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μέτωπο | Babel Free

Noun CEFR B2 Frequent
/ˈme.to.po/

Ορισμοί

  1. το τμήμα του προσώπου πάνω από τα φρύδια και κάτω από τα μαλλιά
  2. το μπροστινό τμήμα (π.χ. ενός κτιρίου)
    broadly
  3. η κατεύθυνση προς την οποία κοιτάζει κάποιος ή κάτι
  4. η στρατιωτική παράταξη προς τον εχθρό και ιδίως η πρώτη γραμμή της
  5. χώρος εντός του οποίου διεξάγονται στρατιωτικές επιχειρήσεις
    broadly
  6. ζώνη εντός της οποίας γίνεται κάτι
  7. κοινή δράση ατόμων ή ομάδων, συμμαχία για κοινό σκοπό
  8. αέρια ζώνη με κοινά χαρακτηριστικά πίεσης, θερμοκρασίας κ.λπ.

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Σήμερα ο πρόεδρος Bush (υιός), ως πλανητάρχης πλέον, προσπαθεί να κλείσει όλα τα μέτωπα, μεταξύ των οποίων και το Κυπριακό. (Μάνος Μάρκογλου, Η Αμερική όπως την είδα, εκδ. Παπαζήση, 2005, σελ. 28)”
“ψυχρό μέτωπο”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μέτωπο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course