Meaning of μέτωπο | Babel Free
/ˈme.to.po/Ορισμοί
- το τμήμα του προσώπου πάνω από τα φρύδια και κάτω από τα μαλλιά
-
το μπροστινό τμήμα (π.χ. ενός κτιρίου) broadly
- η κατεύθυνση προς την οποία κοιτάζει κάποιος ή κάτι
- η στρατιωτική παράταξη προς τον εχθρό και ιδίως η πρώτη γραμμή της
-
χώρος εντός του οποίου διεξάγονται στρατιωτικές επιχειρήσεις broadly
- ζώνη εντός της οποίας γίνεται κάτι
- κοινή δράση ατόμων ή ομάδων, συμμαχία για κοινό σκοπό
- αέρια ζώνη με κοινά χαρακτηριστικά πίεσης, θερμοκρασίας κ.λπ.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Σήμερα ο πρόεδρος Bush (υιός), ως πλανητάρχης πλέον, προσπαθεί να κλείσει όλα τα μέτωπα, μεταξύ των οποίων και το Κυπριακό. (Μάνος Μάρκογλου, Η Αμερική όπως την είδα, εκδ. Παπαζήση, 2005, σελ. 28)”
“ψυχρό μέτωπο”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.