Meaning of πιστός | Babel Free
/piˈstos/Ορισμοί
- που παραμένει σταθερός, αφοσιωμένος σε κάτι ή κάποιον
- που δείχνει απόλυτη εμπιστοσύνη προς κάποιον ή κάτι
- ολόιδιος, ακριβής, όπως στο πρωτότυπο
Παραδείγματα
“ένας πιστός φίλος (a faithful friend)”
“ένα πιστό αντίγραφο (a perfect copy)”
“πιστός φίλος, πιστός στις συνήθειές του”
“※ Ορκίσου, είπε του Χρυσήλιου, σε τούτο το άγιο εικόνισμα, να μείνεις πιστός στο λόγο σου και στο Βασιλέα σου.”
“πιστός οπαδός ενός κόμματος ή μιας ομάδας”
“πιστό φωτοαντίγραφο”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.