αναμονή
Ορισμοί
- το να περιμένεις να συμβεί κάτι
- το να περιμένεις να αδειάσει μια θέση για να την καταλάβεις εσύ
- το τμήμα της κολόνας από οπλισμένο σκυρόδεμα και οι σιδερένιες ράβδοι της που έχουν αφεθεί να εξέχουν στην ταράτσα ενός κτηρίου για την περίπτωση που χρειαστεί να προστεθεί ένας ακόμη όροφος
- η διακοπή της κανονικής λειτουργίας του υπολογιστή με την αποθήκευση όλων των αρχείων στη μνήμη και τη θέση του σε λειτουργία με ελάχιστη κατανάλωση ενέργειας
Ισοδύναμα
35 more languages
Danskberedskab
DeutschabwartenAlarmbereitschaftausharrenbeitenBereitschaftdranbleibenErwartungHibernationin Wartestellung bleibenkellnernkurz wartenRuhezustandStandbystehendverlässliche und bewährte SachewartenwartendWartereiWinterschlaf
Suomihätävarahibernaatiohorroshorrostilaodottaminenodottavaodotteluodotusodotusarvopalvelutalviunitarjoiluvalmiusvalmiustilavaranäyttelijävastassavenaaminen
עבריתתרדמה
Հայերենակնկալիք
Kurdîîde
Македонскиочекување
മലയാളംപ്രതീക്ഷ
Bahasa Melayujangkaan
Nederlandsafwachtenafwachtingbedienenbedieninghibernatieoverwinteringverbeidenverwachtingwachtenwinterslaap
Русскийвыжидательныйвыжидатьготовностьдожидатьсяждатьожиданиеожидатьподождатьпостоятьсостоя́ние гото́вностиспячка
Kiswahilikusudio
Tiếng Việtngủ đông
Παραδείγματα
“η πολύωρη αναμονή στο αεροδρόμιο”
the long wait at the airport
“λίστα αναμονής”
waiting list
“η πολύωρη αναμονή στο αεροδρόμιο με κουράζει πολύ περισσότερο από την πτήση”
“αίθουσα αναμονής”
“δε βρήκε εισιτήριο για Λονδίνο, αλλά είναι σε λίστα αναμονής”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free