Meaning of σακούλα | Babel Free
/saˈku.la/Ορισμοί
- είδος σάκου, κυρίως από πλαστικό, χαρτί ή ύφασμα, με τον οποίο μεταφέρουμε ή αποθηκεύουμε διάφορα πράγματα
- γυναικείο επώνυμο
-
ό,τι περιέχεται σε μια σακούλα figuratively
-
ειδική πάνινη κατασκευή μέσα στην οποία παράγεται το στραγγιστό γιαούρτι especially
-
: μαύροι κύκλοι ή εξογκώματα κάτω από τα μάτια, εξαιτίας αϋπνίας, κούρασης κ.λπ. plural
Παραδείγματα
“μια σακούλα γεμάτη ψώνια”
“σακούλα σκουπιδιών”
“※ Προσφάτως όμως τέσσερις αλυσίδες γνωστών σούπερ μάρκετ αποφάσισαν να συμπράξουν σε μια καμπάνια ευαισθητοποίησης των καταναλωτών στη μη χρήση πλαστικών σακουλών που τα ίδια τα σουπερ μάρκετ παραχωρούσαν, συχνά με υπερβολή (για να μην αναφερθώ στην βουλιμική «αρπαγή» έξτρα σακουλών από τους καταναλωτές προς οικιακή χρήση, ήτοι σκουπίδια). (* εφημερίδα Το Βήμα)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.