Meaning of θερμοκρασία | Babel Free
/θeɾmokɾaˈsia/Ορισμοί
- το φυσικό μέγεθος που εκφράζει το πόσο κρύο ή ζεστό είναι ένα σώμα και μετριέται με ένα θερμόμετρο σε διάφορες κλίμακες (Κελσίου, Φαρενάιτ ή Κέλβιν)· από φυσική άποψη, το μέτρο της θερμοκρασίας εκφράζει τη μέση κινητική ενέργεια των μορίων του σώματος αυτού: υψηλότερη κινητική ενέργεια των μορίων δίνει ως αποτέλεσμα υψηλότερες μετρήσεις στο θερμόμετρο, ενώ το σώμα αυτό γίνεται υποκειμενικά αντιληπτό ως θερμότερο από ένα άλλο με χαμηλότερη κινητική ενέργεια των μορίων του
-
η κινητικότητα ή/και η ένταση figuratively
Ισοδύναμα
English
temperature
Παραδείγματα
“θερμοκρασία δωματίου”
room temperature
“θερμοδυναμική θερμοκρασία”
thermodynamic temperature
“με τον όρο αυτό μπορεί να εννοούνται ειδικότερα:”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.