Meaning of άνοιξη | Babel Free
/ˈa.ni.ksi/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- μία από τις τέσσερις εποχές του έτους ανάμεσα στο χειμώνα και το καλοκαίρι
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- κατά τη διάρκεια της άνοιξης
-
οικισμός της Αττικής especially
Παραδείγματα
“Ο αέρας μυρίζει άνοιξη.”
Spring is in the air.
“η άνοιξη έχει 3 μήνες: τον Μάρτιο, τον Απρίλιο και τον Μάιο”
“την άνοιξη η φύση οργιάζει”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.