HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of άσπρο | Babel Free

Noun CEFR B2 Frequent
/ˈa.spɾo/

Ορισμοί

  1. το λευκό χρώμα, που είναι σύνθεση όλων των χρωμάτων
  2. ασημένιο νόμισμα της Βυζαντινής περιόδου
  3. το άσπρο μέρος ενός πράγματος
  4. νόμισμα μικρής αξίας της εποχής της Τουρκοκρατίας (τουρκικά akçe) καθώς και της βυζαντινής περιόδου
  5. : χρήματα, περιουσία
    dated, plural-only

Ισοδύναμα

English akçe white

Παραδείγματα

“το άσπρο του χιονιού”
“σου πάνε τα άσπρα”
“το άσπρο του κοτόπουλου”
“το άσπρο του ματιού”
“※ Καὶ τί πλερωμὴ θέλετε νὰ μὲ δώσετε; Ἄσπρα; Γρόσια; Φλωριά; Καὶ τί νάν τὰ κάμω; (Κοσμάς ο Αιτωλός, Διδαχή Πρώτη)”
“※ ασλάνια (aslan), άσπρα (asper), γαζέττα (gazetta), γρόσι (grosso), δουκάτον (ducato), δούμπλα ou ντούμπλα , ζολότα (zlot), κολωννάτο (colonnato), λίρα (lire), μαρτζέλλος (marcelo), μαχμουτιές (mahmudiye), μετζίτι (mecit), μπέζο (bezzo, bez), νουσφιές (nisfiye), ουγγία (uncia), παράς (para), πιάστρα (piastre), ρεάλι (reale), ρεγγίνα (regina), ρουμπιές (rubiye), ράσπιδο (ruspio), σκούδον (scudo), σολδί (soldo), τάλλαρον (tallero), τσεκίνι (zechin), τορνέζι (tornese), φιορίνι, φλωρί (Economies méditerranéennes: équilibres et intercommunications, XIIIe-XIX siècles: actes du IIe Colloque international d'histoire, Athènes, 18-25 Septembre 1983, Volume 3, Centre de recherches néohelléniques, Fondation nationale de la recherche scientifique, 1985, σελ. 183)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See άσπρο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course