Σημασία του έκοψε | Babel Free
Ορισμοί
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κόβω
Παραδείγματα
“Ο μπαμπάς έκοψε το ψωμί σε φέτες.”
Dad cut the bread into slices.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free